Z_Entry_08 // Στις παζαρο-αγορές της προσοχής

 Πρωί.

Στο τραπέζι της κουζίνας  ένα λευκό Α4.

Δίπλα, το φλας μιας παλιάς φωτογραφικής μηχανής.

Κανείς δεν μπήκε, κανείς δεν άφησε τίποτα.

Ή το άφησα εγώ και το ξέχασα;

Το χαρτί ήταν κρύο. Το φλας μύριζε καμένο μέταλλο.


Το άγγιξα.

Κι αμέσως ήμουν εκεί.



Στις παζαρο-αγορές της προσοχής


Μύριζε σκόνη.

Κι από κάπου έσταζε φως, αλλά ήταν βρώμικο, σαν να το είχαν φορέσει πολλοί πριν φτάσει σε μένα.


Στις παζαρο-αγορές της προσοχής δεν υπάρχει σιωπή, μόνο μάτια που μετράνε.

Μάτια κοφτερά, μάτια που ζυγίζουν και μετά πετούν.

Κανείς δεν μιλά, αλλά όλοι φωνάζουν.

Στριμωγμένα χαμόγελα σε σακουλάκια.

Χέρια που κουνάνε φωτογραφίες  κι όταν πλησιάζω, οι φωτογραφίες μυρίζουν αίμα.

Ίσως να είναι απ’ το φλας. Ίσως απ’ εμένα.


Κάποιοι πουλάνε τον χρόνο τους σε κομμάτια.

Άλλοι ξεπουλάνε την αναπνοή τους.

Μια γυναίκα μού άπλωσε μια φράση: «κοίτα με».

Δεν την πήρα. Ή την πήρα;

Δεν θυμάμαι.


Ό,τι δεν πουλιέται, πετιέται.

Γλιστράει στο ρείθρο μαζί με σάπια βλέμματα και χαμένες φράσεις.

Τα πατάς χωρίς να τα βλέπεις.

Μπαίνουν στα παπούτσια, στα μάτια, μέσα σου.


Δεν θέλω πάγκο.

Δεν θέλω το βλέμμα μου πάνω στο τραπέζι, σαν κομμάτι κρέας.

Γλιστράω στα στενά πίσω από την αγορά.

Εκεί η προσοχή δεν ξέρει το όνομά μου.

Εκεί η σιωπή μασάει τους πάγκους έναν-έναν.

Μέχρι να μείνει μόνη.

Κι όταν μείνει μόνη, νομίζω… νομίζω με κοιτά.


------

Σχόλια