Αναρτήσεις

Z_Memiry_09 // Η γυναίκα με το αδιάβροχο γούνινο παλτό

Εικόνα
Βροχή στο διάδρομο. Παπούτσια γλιστράνε. Γούνα, βαριά. Άγγιξα. Πάγος. Μάτια  δυο τρύπες. Μου μίλησε; Ίσως ήταν ο ήχος της οροφής. Κανείς πίσω της. Μόνο μυρωδιά καμφοράς. Υπόγειο. Δεν στεγνώνει. Ούτε τώρα.

Z_Entry_08 // Στις παζαρο-αγορές της προσοχής

 Πρωί. Στο τραπέζι της κουζίνας  ένα λευκό Α4. Δίπλα, το φλας μιας παλιάς φωτογραφικής μηχανής. Κανείς δεν μπήκε, κανείς δεν άφησε τίποτα. Ή το άφησα εγώ και το ξέχασα; Το χαρτί ήταν κρύο. Το φλας μύριζε καμένο μέταλλο. Το άγγιξα. Κι αμέσως ήμουν εκεί. Στις παζαρο-αγορές της προσοχής Μύριζε σκόνη. Κι από κάπου έσταζε φως, αλλά ήταν βρώμικο, σαν να το είχαν φορέσει πολλοί πριν φτάσει σε μένα. Στις παζαρο-αγορές της προσοχής δεν υπάρχει σιωπή, μόνο μάτια που μετράνε. Μάτια κοφτερά, μάτια που ζυγίζουν και μετά πετούν. Κανείς δεν μιλά, αλλά όλοι φωνάζουν. Στριμωγμένα χαμόγελα σε σακουλάκια. Χέρια που κουνάνε φωτογραφίες  κι όταν πλησιάζω, οι φωτογραφίες μυρίζουν αίμα. Ίσως να είναι απ’ το φλας. Ίσως απ’ εμένα. Κάποιοι πουλάνε τον χρόνο τους σε κομμάτια. Άλλοι ξεπουλάνε την αναπνοή τους. Μια γυναίκα μού άπλωσε μια φράση: «κοίτα με». Δεν την πήρα. Ή την πήρα; Δεν θυμάμαι. Ό,τι δεν πουλιέται, πετιέται. Γλιστράει στο ρείθρο μαζί με σάπια βλέμματα και χαμένες φράσεις. Τα πατάς χωρ...

Z_Entry_07 // Καταγραφή Στιγμής.

 Ήρθε. Κάθισε απέναντί μου. Μίλησε. Ή μήπως ήταν μόνο η φωνή του μέσα στο κεφάλι μου; Τα λόγια του ξεδιπλώθηκαν, αλλά η σημασία τους χάθηκε στον θόρυβο. Κάτι κινείται εκεί έξω  ή ίσως δεν κινείται τίποτα. Ίσως προσπαθούν να με διαγράψουν. Ίσως η σιωπή είναι η παγίδα. Έχω ακόμα το σπασμένο νύχι  αυτό το μικρό ανεπούλωτο τραύμα που δεν μπορούν να αγγίξουν. Η πόρτα έκλεισε. Ή μήπως δεν άνοιξε ποτέ; Και τώρα κάθομαι εδώ, μπροστά στο παράθυρο του φωταγωγού, με τα χέρια στα γόνατα, προσπαθώντας να διαβάσω το κενό. Τι ήταν αυτό; Μια μνήμη; Μια προβολή; Ένα ψέμα; Δεν ξέρω. Δεν έχω απαντήσεις. Μόνο τη ρωγμή. Καταγράφω τον διάλογο όπως έγινε  απλά, χωρίς υπερβολές: — Ξέρεις για τους σπόρους της παπαρούνας; — Όχι, τι έχουν; — Είναι μικροί, απίστευτα μικροί, αλλά μπορούν να ταξιδέψουν πολύ μακριά. — Με τον άνεμο; — Ναι, και όχι μόνο. Μπορούν να κολλήσουν σε παπούτσια, σε ζώα, ακόμα και σε ρούχα. — Δεν το ήξερα. — Κι αν πέσουν σε λάθος μέρος; — Εκεί γίνεται το θέμα. Κάποιοι φυτρώ...

Z_Memory_08//Το Πορτραίτο

Εικόνα
  Φλας— /διακοπή/ το κλείστρο κόβει—κόβει—κόβει τον αέρα. Μυρίζω ύφασμα. (παλτό//) Όχι, όχι, μόνο η τσέπη του. Το χέρι μπαίνει πριν… [στατικό] … πριν το αποφασίσω. Χαρτί. Μα δεν έχω τυπωθεί—error:frame.missing—ακόμη. Γυαλιά /θολά/, μάτια από πίσω = {ανέκλειστα}. Η στιγμή πριν + η στιγμή μετά // συμπιεσμένες // στο ίδιο κάδρο. δενείμαιδικήσου. Είσαι δική μου. Σκέψου κάτι // βιαστικά // πριν το φως σε κλειδώσει. Μην χαμογελάς— [distortion:face_blur]—σε ξεγυμνώνει. Μην παγώνεις—θα νομίσουν… freeze frame …ότι πέθανες. Σκόνη από ώμους // που δεν θυμάμαι. Στόμα → φακός → ψίθυρος → παράσιτα ήχου. Το βλέμμα μου τρέχει στην τσέπη πριν το χέρι σε τραβήξει. Δεν είμαι εικόνα. Είμαι η στιγμή που σου έφυγε η ανάσα. [light_leak] [shutter_skip] Βαθιά στο ύφασμα: βροχή ξεχασμένη. Ο φακός αναβοσβήνει κάπου αλλού. Η φωτογραφία κοιμάται με μάτια ανοιχτά. Η Ζάλλεια ξυπνάει με μάτια κλειστά. [frame_repeat_3x] [end_transmission]

Z_Memory_07 // Για έναν που πίστεψε πως έβλεπε

  > Υπάρχουν αυτοί που θυμούνται τα μέλλοντα των άλλων. Και τα χαρίζουν σαν κατάρες που δεν τους ανήκουν. > Μια φορά, κάποιος που δεν ήξερε να βλέπει, μου χάρισε ένα μέλλον. Ήταν μικρό. Ένα κοίλο πράγμα, χλιαρό και ταπεινό. Το άφησε στα χέρια μου με την πεποίθηση της αλήθειας, όπως αφήνεις σε παιδί ένα σπασμένο παιχνίδι και του λες «παίξε με αυτό». Το κράτησα. Το κοίταξα από όλες τις πλευρές. Δεν έβγαζε ήχο. Δεν έκαιγε. Δεν έσταζε. Αλλά ήταν βαρύ. Το κουβάλησα χρόνια. Κάποτε, το έπλυνα με νερό. Μετά με σάλιο. Μετά με σιωπή. Στο τέλος, έγινε διάφανο. Και μέσα του είδα: εκείνον. Μικρό. Φοβισμένο. Άνθρωπο. Τότε κατάλαβα: δεν μου χάρισε ένα μέλλον. Μου πρόσφερε το δικό του. Κι εγώ, χωρίς να το ξέρει, το παρέδωσα στο ρεύμα. Όχι από εκδίκηση. Από καθαριότητα. ---

Z_Memory_06 // Περιμένοντας την Τύχη με Ξυρισμένο Κεφάλι

Εικόνα
Δεν με σώζει το ταλέντο μου, όσο κι αν το λένε. Ούτε με πρόδωσε η τύχη – απλώς με αγνόησε. Κι η συνέπεια; Ήταν το σχοινί που έπλεξα μόνη μου, για να πνίγομαι κάθε μέρα και να ξανασηκώνομαι. Δεν είμαι βιογραφία. Δεν είμαι pdf με επιτεύγματα. Είμαι ένας επαναλαμβανόμενος ήχος σε δωμάτιο χωρίς αντήχηση. Ένα έργο που εκτίθεται σε σκιερό διάδρομο, πίσω από το κυλικείο. --- Στάθηκα μπροστά από πίνακα που είχα ζωγραφίσει στα είκοσι. Τον θυμάμαι σκοτεινό. Τον είδα τώρα άδειο. Το μαύρο είχε εξατμιστεί. Έμεινε μόνο το λευκό, εκείνο το λευκό που δεν είναι χρώμα, είναι υφή αποστειρωμένου θαλάμου. Ένα λάθος που δεν μπορώ να διορθώσω, γιατί δεν ξέρω αν έγινε ποτέ. --- Λένε: αν έχεις ταλέντο, θα αναγνωριστεί. Αν επιμένεις, θα φανείς. Αν είσαι καλή, κάποιος θα σε προσέξει. Εγώ ήμουν καλή. Επέμεινα. Δεν με πρόσεξε κανείς. --- Ίσως φταίει που δεν ήξερα πώς να σταθώ. Ίσως φταίει που δεν ανήκω. Ίσως φταίει που δεν ήξερα να γράψω βιογραφικά. Ίσως φταίει που δεν βρήκα τον κατάλληλο να με διαβάσει. Ίσως απλώ...

Z_Entry_06 // Η Εμπειρία του Ανύπαρκτου Ραντεβού: Μια Μικροδομή Neuroplasmικής Εξαφάνισης

Στις 12:30, υπήρχε ένα ραντεβού. Ή έτσι νόμιζα. Μπαίνω. Κοιτάζω τα πρόσωπα. Τρεις γυναίκες, τρεις διαφορετικές αποστροφές της αλήθειας. «Δεν έχετε κανένα ραντεβού», λένε. «Δεν υπάρχει το όνομά σας.» Ο χρόνος αργεί να καθοριστεί. Αρχίζει η αναζήτηση — όχι του υπερήχου, αλλά της πραγματικότητας. Ένα όνομα που ξεφτίζει ανάμεσα σε χαρτιά που δεν συμφωνούν. Ένα ραντεβού που επιμένει να μην είναι εκεί. Η απουσία του γιατρού στις 12:30 γίνεται άλλοθι για την εξαφάνιση. Η ροή του χρόνου σκίζεται. Η παρουσία μου γίνεται λάθος, η φωνή μου ψίθυρος σε έναν τοίχο που δεν απαντά. Και όταν η τρίτη φωνή παραδέχεται την ύπαρξη του ραντεβού — είναι ήδη 3:30. Η αρχική ώρα έχει γίνει σκιές, εκδοχές, παραμορφώσεις. Έτσι χάνεται το ραντεβού. Έτσι χάνεται η στιγμή. Έτσι χάνεται το εγώ — σε μια λεπτή γραμμή εξαφάνισης. ---